ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αστικοποίηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
都市化する
Παρόν (ευγενικό)
都市化します
Άρνηση (απλή)
都市化しない
Άρνηση (ευγενική)
都市化しません
Παρελθόν (απλό)
都市化した
Παρελθόν (ευγενικό)
都市化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
都市化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
都市化しませんでした
Τε-μορφή
都市化して
Δυνητική
都市化できる
Προστακτική
都市化しろ
Βουλητική
都市化しよう
Υποθετική (ば)
都市化すれば