ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σερβίρω (σάκε), γεμίζω ποτήρι, πίνω (παρέα)
  2. 02 λαμβάνω υπόψη (συναισθήματα, την κατάσταση κ.λπ.), συμπάσχω, διαισθάνομαι, κατανοώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
酌む
Παρόν (ευγενικό)
酌みます
Άρνηση (απλή)
酌まない
Άρνηση (ευγενική)
酌みません
Παρελθόν (απλό)
酌んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
酌みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
酌まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
酌みませんでした
Τε-μορφή
酌んで
Δυνητική
酌める
Προστακτική
酌め
Βουλητική
酌もう
Υποθετική (ば)
酌めば