はい

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διανέμω, τακτοποιώ, αναθέτω (σε θέση εξουσίας κ.λπ.)
  2. 02 τακτοποιώ, διαρρυθμίζω (όπως στη διακόσμηση)
  3. 03 παντρεύω, δίνω σε γάμο
  4. 04 εξορίζω, εκτοπίζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
配す
Παρόν (ευγενικό)
配します
Άρνηση (απλή)
配さない
Άρνηση (ευγενική)
配しません
Παρελθόν (απλό)
配した
Παρελθόν (ευγενικό)
配しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
配さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
配しませんでした
Τε-μορφή
配して
Δυνητική
配せる
Προστακτική
配せ
Βουλητική
配そう
Υποθετική (ば)
配せば