はいざい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παρασκευή φαρμάκου, διανομή φαρμάκων
  2. 02 θεία πρόνοια, συνδυασμός, τακτοποίηση, συναρμολόγηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
配剤する
Παρόν (ευγενικό)
配剤します
Άρνηση (απλή)
配剤しない
Άρνηση (ευγενική)
配剤しません
Παρελθόν (απλό)
配剤した
Παρελθόν (ευγενικό)
配剤しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
配剤しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
配剤しませんでした
Τε-μορφή
配剤して
Δυνητική
配剤できる
Προστακτική
配剤しろ
Βουλητική
配剤しよう
Υποθετική (ば)
配剤すれば