配給
ουσιαστικό, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict
- 01 διανομή (π.χ. ταινιών, ρυζιού)
- 02 δελτίο τροφίμων, διανομή με δελτίο (π.χ. τροφίμων, βενζίνης)
- 03 μερίδα τροφίμων
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 配給する
- Παρόν (ευγενικό)
- 配給します
- Άρνηση (απλή)
- 配給しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 配給しません
- Παρελθόν (απλό)
- 配給した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 配給しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 配給しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 配給しませんでした
- Τε-μορφή
- 配給して
- Δυνητική
- 配給できる
- Προστακτική
- 配給しろ
- Βουλητική
- 配給しよう
- Υποθετική (ば)
- 配給すれば
- Υποθετική (たら)
- 配給したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 配給したい
- Απαγορευτική (~な)
- 配給するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 配給しなさい
- Παθητική
- 配給される
- Αιτιατική
- 配給させる