配転
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συντομογραφία εσωτερική μετακίνηση προσωπικού, εναλλαγή θέσεων εργασίας
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 配転する
- Παρόν (ευγενικό)
- 配転します
- Άρνηση (απλή)
- 配転しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 配転しません
- Παρελθόν (απλό)
- 配転した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 配転しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 配転しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 配転しませんでした
- Τε-μορφή
- 配転して
- Δυνητική
- 配転できる
- Προστακτική
- 配転しろ
- Βουλητική
- 配転しよう
- Υποθετική (ば)
- 配転すれば
- Υποθετική (たら)
- 配転したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 配転したい
- Απαγορευτική (~な)
- 配転するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 配転しなさい
- Παθητική
- 配転される
- Αιτιατική
- 配転させる