いがめる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ξεμεθώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
酔いが覚める
Παρόν (ευγενικό)
酔いが覚めます
Άρνηση (απλή)
酔いが覚めない
Άρνηση (ευγενική)
酔いが覚めません
Παρελθόν (απλό)
酔いが覚めた
Παρελθόν (ευγενικό)
酔いが覚めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
酔いが覚めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
酔いが覚めませんでした
Τε-μορφή
酔いが覚めて
Δυνητική
酔いが覚められる
Προστακτική
酔いが覚めろ
Βουλητική
酔いが覚めよう
Υποθετική (ば)
酔いが覚めれば