いつぶす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μεθώ κάποιον μέχρι λιποθυμίας, ποτίζω κάποιον μέχρι να χάσει τις αισθήσεις του

Κλίση

Παρόν (απλό)
酔いつぶす
Παρόν (ευγενικό)
酔いつぶします
Άρνηση (απλή)
酔いつぶさない
Άρνηση (ευγενική)
酔いつぶしません
Παρελθόν (απλό)
酔いつぶした
Παρελθόν (ευγενικό)
酔いつぶしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
酔いつぶさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
酔いつぶしませんでした
Τε-μορφή
酔いつぶして
Δυνητική
酔いつぶせる
Προστακτική
酔いつぶせ
Βουλητική
酔いつぶそう
Υποθετική (ば)
酔いつぶせば