酔よう

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μεθάω, μεθώ
  2. 02 ζαλίζομαι (π.χ. σε όχημα), ναυτιάω, παθαίνω ναυτία
  3. 03 εκστασιάζομαι, μαγεύομαι, ενθουσιάζομαι

Παραδείγματα

  • 私わたしは車くるまに酔よいます。

    Εγώ ζαλίζομαι στο αυτοκίνητο.

  • 少すこしお酒さけを飲のむと、すぐに酔よってしまいます。

    Με πιάνει το ποτό αμέσως, ακόμα και με λίγο.

  • 彼かれは自分じぶんの成功せいこうに酔よってしまい、周まわりが見みえなくなっている。

    Έχει μεθύσει από την επιτυχία του και δεν βλέπει τι γίνεται γύρω του.

Κλίση

Παρόν (απλό)
酔う
Παρόν (ευγενικό)
酔います
Άρνηση (απλή)
酔わない
Άρνηση (ευγενική)
酔いません
Παρελθόν (απλό)
酔った
Παρελθόν (ευγενικό)
酔いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
酔わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
酔いませんでした
Τε-μορφή
酔って
Δυνητική
酔える
Προστακτική
酔え
Βουλητική
酔おう
Υποθετική (ば)
酔えば