酔わせる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 μεθάω (κάποιον), προκαλώ μέθη, ποτίζω
- 02 γοητεύω, μαγεύω, συναρπάζω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 酔わせる
- Παρόν (ευγενικό)
- 酔わせます
- Άρνηση (απλή)
- 酔わせない
- Άρνηση (ευγενική)
- 酔わせません
- Παρελθόν (απλό)
- 酔わせた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 酔わせました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 酔わせなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 酔わせませんでした
- Τε-μορφή
- 酔わせて
- Δυνητική
- 酔わせられる
- Προστακτική
- 酔わせろ
- Βουλητική
- 酔わせよう
- Υποθετική (ば)
- 酔わせれば
- Υποθετική (たら)
- 酔わせたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 酔わせたい
- Απαγορευτική (~な)
- 酔わせるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 酔わせなさい
- Παθητική
- 酔わせられる
- Αιτιατική
- 酔わせさせる