すい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μεθυσμένο βάδισμα, αστάθεια στο περπάτημα
  2. 02 τυχαία κίνηση, πορεία του μεθυσμένου

Κλίση

Παρόν (απλό)
酔歩する
Παρόν (ευγενικό)
酔歩します
Άρνηση (απλή)
酔歩しない
Άρνηση (ευγενική)
酔歩しません
Παρελθόν (απλό)
酔歩した
Παρελθόν (ευγενικό)
酔歩しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
酔歩しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
酔歩しませんでした
Τε-μορφή
酔歩して
Δυνητική
酔歩できる
Προστακτική
酔歩しろ
Βουλητική
酔歩しよう
Υποθετική (ば)
酔歩すれば