あら

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προετοιμασία τροφής (ιδίως ψαριού) με ξέπλυμα σε ξύδι

Κλίση

Παρόν (απλό)
酢洗いする
Παρόν (ευγενικό)
酢洗いします
Άρνηση (απλή)
酢洗いしない
Άρνηση (ευγενική)
酢洗いしません
Παρελθόν (απλό)
酢洗いした
Παρελθόν (ευγενικό)
酢洗いしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
酢洗いしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
酢洗いしませんでした
Τε-μορφή
酢洗いして
Δυνητική
酢洗いできる
Προστακτική
酢洗いしろ
Βουλητική
酢洗いしよう
Υποθετική (ば)
酢洗いすれば