こくがある

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα έχω γεμάτη γεύση (π.χ. κρασί, σάκε), είμαι μεστός, είμαι εύρωστος (σε γεύση), έχω πλούσια γεύση

Κλίση

Παρόν (απλό)
酷がある
Παρόν (ευγενικό)
酷があります
Άρνηση (απλή)
酷がない
Άρνηση (ευγενική)
酷がありません
Παρελθόν (απλό)
酷があった
Παρελθόν (ευγενικό)
酷がありました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
酷がなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
酷がありませんでした
Τε-μορφή
酷があって
Δυνητική
酷があれる
Προστακτική
酷があれ
Βουλητική
酷があろう
Υποθετική (ば)
酷があれば