酷がある
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα έχω γεμάτη γεύση (π.χ. κρασί, σάκε), είμαι μεστός, είμαι εύρωστος (σε γεύση), έχω πλούσια γεύση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 酷がある
- Παρόν (ευγενικό)
- 酷があります
- Άρνηση (απλή)
- 酷がない
- Άρνηση (ευγενική)
- 酷がありません
- Παρελθόν (απλό)
- 酷があった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 酷がありました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 酷がなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 酷がありませんでした
- Τε-μορφή
- 酷があって
- Δυνητική
- 酷があれる
- Προστακτική
- 酷があれ
- Βουλητική
- 酷があろう
- Υποθετική (ば)
- 酷があれば
- Υποθετική (たら)
- 酷があったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 酷がありたい
- Απαγορευτική (~な)
- 酷があるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 酷がありなさい
- Παθητική
- 酷があられる
- Αιτιατική
- 酷があらせる