さんせい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 οξίνιση

Κλίση

Παρόν (απλό)
酸性化する
Παρόν (ευγενικό)
酸性化します
Άρνηση (απλή)
酸性化しない
Άρνηση (ευγενική)
酸性化しません
Παρελθόν (απλό)
酸性化した
Παρελθόν (ευγενικό)
酸性化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
酸性化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
酸性化しませんでした
Τε-μορφή
酸性化して
Δυνητική
酸性化できる
Προστακτική
酸性化しろ
Βουλητική
酸性化しよう
Υποθετική (ば)
酸性化すれば