さんせん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποξείδωση, η εμβάπτιση ενός μετάλλου σε όξινο διάλυμα για την απομάκρυνση ακαθαρσιών

Κλίση

Παρόν (απλό)
酸洗する
Παρόν (ευγενικό)
酸洗します
Άρνηση (απλή)
酸洗しない
Άρνηση (ευγενική)
酸洗しません
Παρελθόν (απλό)
酸洗した
Παρελθόν (ευγενικό)
酸洗しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
酸洗しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
酸洗しませんでした
Τε-μορφή
酸洗して
Δυνητική
酸洗できる
Προστακτική
酸洗しろ
Βουλητική
酸洗しよう
Υποθετική (ば)
酸洗すれば