さん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 οξυγόνωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
酸素化する
Παρόν (ευγενικό)
酸素化します
Άρνηση (απλή)
酸素化しない
Άρνηση (ευγενική)
酸素化しません
Παρελθόν (απλό)
酸素化した
Παρελθόν (ευγενικό)
酸素化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
酸素化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
酸素化しませんでした
Τε-μορφή
酸素化して
Δυνητική
酸素化できる
Προστακτική
酸素化しろ
Βουλητική
酸素化しよう
Υποθετική (ば)
酸素化すれば