じゅん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επίσημο εξευγενισμός, καθαρισμός
  2. 02 επίσημο ευγενής πειθώ, καταλάγιασμα, επιρροή

Κλίση

Παρόν (απλό)
醇化する
Παρόν (ευγενικό)
醇化します
Άρνηση (απλή)
醇化しない
Άρνηση (ευγενική)
醇化しません
Παρελθόν (απλό)
醇化した
Παρελθόν (ευγενικό)
醇化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
醇化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
醇化しませんでした
Τε-μορφή
醇化して
Δυνητική
醇化できる
Προστακτική
醇化しろ
Βουλητική
醇化しよう
Υποθετική (ば)
醇化すれば