醸す
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 παράγω (σάκε, κ.ά.)
- 02 προκαλώ, επιφέρω, γεννώ, δημιουργώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 醸す
- Παρόν (ευγενικό)
- 醸します
- Άρνηση (απλή)
- 醸さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 醸しません
- Παρελθόν (απλό)
- 醸した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 醸しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 醸さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 醸しませんでした
- Τε-μορφή
- 醸して
- Δυνητική
- 醸せる
- Προστακτική
- 醸せ
- Βουλητική
- 醸そう
- Υποθετική (ば)
- 醸せば
- Υποθετική (たら)
- 醸したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 醸したい
- Απαγορευτική (~な)
- 醸すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 醸しなさい
- Παθητική
- 醸される
- Αιτιατική
- 醸させる