さいはいるう

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κρατώ τη ράβδο διεύθυνσης, κουνώ τη ράβδο διεύθυνσης
  2. 02 καθομιλουμένη διευθύνω, καθοδηγώ, διοικώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
采配を振るう
Παρόν (ευγενικό)
采配を振るいます
Άρνηση (απλή)
采配を振るわない
Άρνηση (ευγενική)
采配を振るいません
Παρελθόν (απλό)
采配を振るった
Παρελθόν (ευγενικό)
采配を振るいました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
采配を振るわなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
采配を振るいませんでした
Τε-μορφή
采配を振るって
Δυνητική
采配を振るえる
Προστακτική
采配を振るえ
Βουλητική
采配を振るおう
Υποθετική (ば)
采配を振るえば