さとがえ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επιστροφή στο πατρικό σπίτι (αρχικά για παντρεμένα άτομα), επίσκεψη στους γονείς (για παρατεταμένη διαμονή)
  2. 02 πρώτη επίσκεψη της νύφης στους γονείς της μετά τον γάμο
  3. 03 επιστροφή (αντικειμένου που βρισκόταν για καιρό στο εξωτερικό ή σε δανεισμό)
  4. 04 αρχαϊκό προσωρινή επιστροφή στο σπίτι (για υπηρέτη)

Κλίση

Παρόν (απλό)
里帰りする
Παρόν (ευγενικό)
里帰りします
Άρνηση (απλή)
里帰りしない
Άρνηση (ευγενική)
里帰りしません
Παρελθόν (απλό)
里帰りした
Παρελθόν (ευγενικό)
里帰りしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
里帰りしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
里帰りしませんでした
Τε-μορφή
里帰りして
Δυνητική
里帰りできる
Προστακτική
里帰りしろ
Βουλητική
里帰りしよう
Υποθετική (ば)
里帰りすれば