重かさなる

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στοιβάζομαι, συσσωρεύομαι, τοποθετούμαι το ένα πάνω στο άλλο
  2. 02 διαδέχομαι, έρχομαι το ένα μετά το άλλο, συσσωρεύομαι (π.χ. άγχος), επαναλαμβάνομαι
  3. 03 αλληλοεπικαλύπτομαι, συμπίπτω, συμβαίνω ταυτόχρονα

Παραδείγματα

  • 皿さらが重かさなる。

    Τα πιάτα στοιβάζονται.

  • 今日きょうは予定よていが重かさなってしまった。

    Σήμερα, οι υποχρεώσεις μου συνέπεσαν.

  • 様々さまざまな困難こんなんが重かさなる中なかで、彼かれは冷静れいせいに対処たいしょした。

    Ενώ συσσωρεύονταν διάφορες δυσκολίες, εκείνος τις αντιμετώπισε με ψυχραιμία.

Κλίση

Παρόν (απλό)
重なる
Παρόν (ευγενικό)
重なります
Άρνηση (απλή)
重ならない
Άρνηση (ευγενική)
重なりません
Παρελθόν (απλό)
重なった
Παρελθόν (ευγενικό)
重なりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
重ならなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
重なりませんでした
Τε-μορφή
重なって
Δυνητική
重なれる
Προστακτική
重なれ
Βουλητική
重なろう
Υποθετική (ば)
重なれば