かさける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επικαλύπτω, αλληλοεπικαλύπτω

Κλίση

Παρόν (απλό)
重ね掛ける
Παρόν (ευγενικό)
重ね掛けます
Άρνηση (απλή)
重ね掛けない
Άρνηση (ευγενική)
重ね掛けません
Παρελθόν (απλό)
重ね掛けた
Παρελθόν (ευγενικό)
重ね掛けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
重ね掛けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
重ね掛けませんでした
Τε-μορφή
重ね掛けて
Δυνητική
重ね掛けられる
Προστακτική
重ね掛けろ
Βουλητική
重ね掛けよう
Υποθετική (ば)
重ね掛ければ