かさ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στρώσεις ενδυμάτων, το να φοράει κανείς το ένα ρούχο πάνω από το άλλο

Κλίση

Παρόν (απλό)
重ね着する
Παρόν (ευγενικό)
重ね着します
Άρνηση (απλή)
重ね着しない
Άρνηση (ευγενική)
重ね着しません
Παρελθόν (απλό)
重ね着した
Παρελθόν (ευγενικό)
重ね着しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
重ね着しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
重ね着しませんでした
Τε-μορφή
重ね着して
Δυνητική
重ね着できる
Προστακτική
重ね着しろ
Βουλητική
重ね着しよう
Υποθετική (ば)
重ね着すれば