おも

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γίνομαι βαρύς
  2. 02 χειροτερεύω (για ασθένεια), σοβαρεύω

Κλίση

Παρόν (απλό)
重る
Παρόν (ευγενικό)
重ります
Άρνηση (απλή)
重らない
Άρνηση (ευγενική)
重りません
Παρελθόν (απλό)
重った
Παρελθόν (ευγενικό)
重りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
重らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
重りませんでした
Τε-μορφή
重って
Δυνητική
重れる
Προστακτική
重れ
Βουλητική
重ろう
Υποθετική (ば)
重れば