おもんずる

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τιμώ, σέβομαι, εκτιμώ, θεωρώ πολύτιμο

Κλίση

Παρόν (απλό)
重んずる
Παρόν (ευγενικό)
重んずます
Άρνηση (απλή)
重んずない
Άρνηση (ευγενική)
重んずません
Παρελθόν (απλό)
重んずた
Παρελθόν (ευγενικό)
重んずました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
重んずなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
重んずませんでした
Τε-μορφή
重んずて
Δυνητική
重んずられる
Προστακτική
重んずろ
Βουλητική
重んずよう
Υποθετική (ば)
重んずれば