ちょうじょう

ουσιαστικό, ρήμα, άλλο, επίρρημα, επίθετο, επιφώνημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επίσημο τοποθετημένος ο ένας πάνω στον άλλον, στοίβαξη, επικάλυψη
  2. 02 επαλληλία, υπέρθεση
  3. 03 παρωχημένο εξαιρετικός, υπέροχος, ικανοποιητικός, εκλεκτός, θαυμάσιος

Κλίση

Παρόν (απλό)
重畳する
Παρόν (ευγενικό)
重畳します
Άρνηση (απλή)
重畳しない
Άρνηση (ευγενική)
重畳しません
Παρελθόν (απλό)
重畳した
Παρελθόν (ευγενικό)
重畳しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
重畳しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
重畳しませんでした
Τε-μορφή
重畳して
Δυνητική
重畳できる
Προστακτική
重畳しろ
Βουλητική
重畳しよう
Υποθετική (ば)
重畳すれば