野暮ったい
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 παλιομοδίτικος, αγροίκος, απλοϊκός, ακατέργαστος, ανεπιτήδευτος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 野暮ったい
- Παρόν (ευγενικό)
- 野暮ったいです
- Άρνηση (απλή)
- 野暮ったくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 野暮ったくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 野暮ったかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 野暮ったかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 野暮ったくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 野暮ったくなかったです
- Τε-μορφή
- 野暮ったくて
- Υποθετική (ば)
- 野暮ったければ
- Υποθετική (たら)
- 野暮ったかったら