せい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εξαγρίωση (ενός είδους), επιστροφή στην άγρια κατάσταση, απόδραση και προσαρμογή στο φυσικό περιβάλλον

Κλίση

Παρόν (απλό)
野生化する
Παρόν (ευγενικό)
野生化します
Άρνηση (απλή)
野生化しない
Άρνηση (ευγενική)
野生化しません
Παρελθόν (απλό)
野生化した
Παρελθόν (ευγενικό)
野生化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
野生化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
野生化しませんでした
Τε-μορφή
野生化して
Δυνητική
野生化できる
Προστακτική
野生化しろ
Βουλητική
野生化しよう
Υποθετική (ば)
野生化すれば