野や郎ろう

ουσιαστικό, αντωνυμία | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τύπος, φίλος, άνθρωπος, παλικάρι
  2. 02 ανδρικό υποτιμητικό αργκό μπάσταρδος, μαλάκας, καθίκι, κωλόπαιδο

Παραδείγματα

  • あいつは変へんな野郎やろうだ。

    Αυτός είναι ένας περίεργος τύπος.

  • あの野郎やろう、また約束やくそくを破やぶったぞ!

    Αυτός ο μαλάκας, πάλι αθέτησε την υπόσχεσή του!

  • 昨日きのう、駅前えきまえで見知みしらぬ野郎やろうに絡からまれて、少々しょうしょう危あぶない目めに遭あったんだ。

    Χθες, μπροστά στον σταθμό, με ενόχλησε ένας άγνωστος τύπος και κινδύνεψα λίγο.