はか

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μετρώ αφειδώς

Κλίση

Παρόν (απλό)
量り込む
Παρόν (ευγενικό)
量り込みます
Άρνηση (απλή)
量り込まない
Άρνηση (ευγενική)
量り込みません
Παρελθόν (απλό)
量り込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
量り込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
量り込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
量り込みませんでした
Τε-μορφή
量り込んで
Δυνητική
量り込める
Προστακτική
量り込め
Βουλητική
量り込もう
Υποθετική (ば)
量り込めば