りょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κβαντισμός, κβάντωση, κβάντιση

Κλίση

Παρόν (απλό)
量子化する
Παρόν (ευγενικό)
量子化します
Άρνηση (απλή)
量子化しない
Άρνηση (ευγενική)
量子化しません
Παρελθόν (απλό)
量子化した
Παρελθόν (ευγενικό)
量子化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
量子化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
量子化しませんでした
Τε-μορφή
量子化して
Δυνητική
量子化できる
Προστακτική
量子化しろ
Βουλητική
量子化しよう
Υποθετική (ば)
量子化すれば