かねがない

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποφάς, άφραγκος, απένταρος, χωρίς χρήματα

Κλίση

Παρόν (απλό)
金がない
Παρόν (ευγενικό)
金がないです
Άρνηση (απλή)
金がなくない
Άρνηση (ευγενική)
金がなくないです
Παρελθόν (απλό)
金がなかった
Παρελθόν (ευγενικό)
金がなかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
金がなくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
金がなくなかったです
Τε-μορφή
金がなくて
Υποθετική (ば)
金がなければ