かねくさりけばれる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παροιμία ακόμα και οι ισχυρογνώμονες υποκύπτουν στον πειρασμό
  2. 02 παροιμία δεν υπάρχει τίποτα που δεν μπορείς να κάνεις αν βάλεις τον νου σου σε αυτό

Κλίση

Παρόν (απλό)
金の鎖も引けば切れる
Παρόν (ευγενικό)
金の鎖も引けば切れます
Άρνηση (απλή)
金の鎖も引けば切れない
Άρνηση (ευγενική)
金の鎖も引けば切れません
Παρελθόν (απλό)
金の鎖も引けば切れた
Παρελθόν (ευγενικό)
金の鎖も引けば切れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
金の鎖も引けば切れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
金の鎖も引けば切れませんでした
Τε-μορφή
金の鎖も引けば切れて
Δυνητική
金の鎖も引けば切れられる
Προστακτική
金の鎖も引けば切れろ
Βουλητική
金の鎖も引けば切れよう
Υποθετική (ば)
金の鎖も引けば切れれば