金打
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 επίσημη δέσμευση, σοβαρή υπόσχεση
- 02 ιστορικό υπόσχεση που επισφραγίζεται με την κρούση μεταλλικών αντικειμένων (π.χ. σπαθιά για σαμουράι, κάτοπτρα για γυναίκες)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 金打する
- Παρόν (ευγενικό)
- 金打します
- Άρνηση (απλή)
- 金打しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 金打しません
- Παρελθόν (απλό)
- 金打した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 金打しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 金打しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 金打しませんでした
- Τε-μορφή
- 金打して
- Δυνητική
- 金打できる
- Προστακτική
- 金打しろ
- Βουλητική
- 金打しよう
- Υποθετική (ば)
- 金打すれば
- Υποθετική (たら)
- 金打したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 金打したい
- Απαγορευτική (~な)
- 金打するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 金打しなさい
- Παθητική
- 金打される
- Αιτιατική
- 金打させる