きんたまがったりがったり

άλλο, ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός ανδρικό βρίσκομαι σε αγωνία, είμαι σε αναμμένα κάρβουνα, είμαι τρομοκρατημένος, ανεβοκατεβαίνουν οι όρχεις μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
金玉が上がったり下がったりする
Παρόν (ευγενικό)
金玉が上がったり下がったりします
Άρνηση (απλή)
金玉が上がったり下がったりしない
Άρνηση (ευγενική)
金玉が上がったり下がったりしません
Παρελθόν (απλό)
金玉が上がったり下がったりした
Παρελθόν (ευγενικό)
金玉が上がったり下がったりしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
金玉が上がったり下がったりしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
金玉が上がったり下がったりしませんでした
Τε-μορφή
金玉が上がったり下がったりして
Δυνητική
金玉が上がったり下がったりできる
Προστακτική
金玉が上がったり下がったりしろ
Βουλητική
金玉が上がったり下がったりしよう
Υποθετική (ば)
金玉が上がったり下がったりすれば