きんたまちぢがる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συρρικνώνομαι από τον φόβο, τρέμω από τον φόβο, παγώνω από τον φόβο (κυριολεκτικά: οι όρχεις συρρικνώνονται)

Κλίση

Παρόν (απλό)
金玉が縮み上がる
Παρόν (ευγενικό)
金玉が縮み上がります
Άρνηση (απλή)
金玉が縮み上がらない
Άρνηση (ευγενική)
金玉が縮み上がりません
Παρελθόν (απλό)
金玉が縮み上がった
Παρελθόν (ευγενικό)
金玉が縮み上がりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
金玉が縮み上がらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
金玉が縮み上がりませんでした
Τε-μορφή
金玉が縮み上がって
Δυνητική
金玉が縮み上がれる
Προστακτική
金玉が縮み上がれ
Βουλητική
金玉が縮み上がろう
Υποθετική (ば)
金玉が縮み上がれば