釣りに行く
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 πηγαίνω για ψάρεμα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 釣りに行く
- Παρόν (ευγενικό)
- 釣りに行きます
- Άρνηση (απλή)
- 釣りに行かない
- Άρνηση (ευγενική)
- 釣りに行きません
- Παρελθόν (απλό)
- 釣りに行った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 釣りに行きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 釣りに行かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 釣りに行きませんでした
- Τε-μορφή
- 釣りに行って
- Δυνητική
- 釣りに行ける
- Προστακτική
- 釣りに行け
- Βουλητική
- 釣りに行こう
- Υποθετική (ば)
- 釣りに行けば
- Υποθετική (たら)
- 釣りに行ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 釣りに行きたい
- Απαγορευτική (~な)
- 釣りに行くな
- Προστακτική (ευγενική)
- 釣りに行きなさい
- Παθητική
- 釣りに行かれる
- Αιτιατική
- 釣りに行かせる