いとれる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ρίχνω το αγκίστρι στο νερό

Κλίση

Παρόν (απλό)
釣り糸を垂れる
Παρόν (ευγενικό)
釣り糸を垂れます
Άρνηση (απλή)
釣り糸を垂れない
Άρνηση (ευγενική)
釣り糸を垂れません
Παρελθόν (απλό)
釣り糸を垂れた
Παρελθόν (ευγενικό)
釣り糸を垂れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
釣り糸を垂れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
釣り糸を垂れませんでした
Τε-μορφή
釣り糸を垂れて
Δυνητική
釣り糸を垂れられる
Προστακτική
釣り糸を垂れろ
Βουλητική
釣り糸を垂れよう
Υποθετική (ば)
釣り糸を垂れれば