としたさかなおおきい

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παροιμία το ψάρι που έχασες είναι πάντα το μεγαλύτερο

Κλίση

Παρόν (απλό)
釣り落とした魚は大きい
Παρόν (ευγενικό)
釣り落とした魚は大きいです
Άρνηση (απλή)
釣り落とした魚は大きくない
Άρνηση (ευγενική)
釣り落とした魚は大きくないです
Παρελθόν (απλό)
釣り落とした魚は大きかった
Παρελθόν (ευγενικό)
釣り落とした魚は大きかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
釣り落とした魚は大きくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
釣り落とした魚は大きくなかったです
Τε-μορφή
釣り落とした魚は大きくて
Υποθετική (ば)
釣り落とした魚は大きければ