まれる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παρασύρομαι, πείθομαι, δελεάζομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
釣り込まれる
Παρόν (ευγενικό)
釣り込まれます
Άρνηση (απλή)
釣り込まれない
Άρνηση (ευγενική)
釣り込まれません
Παρελθόν (απλό)
釣り込まれた
Παρελθόν (ευγενικό)
釣り込まれました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
釣り込まれなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
釣り込まれませんでした
Τε-μορφή
釣り込まれて
Δυνητική
釣り込まれられる
Προστακτική
釣り込まれろ
Βουλητική
釣り込まれよう
Υποθετική (ば)
釣り込まれれば