りんらす

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κουδουνίζω, χτυπώ το κουδούνι

Κλίση

Παρόν (απλό)
鈴を鳴らす
Παρόν (ευγενικό)
鈴を鳴らします
Άρνηση (απλή)
鈴を鳴らさない
Άρνηση (ευγενική)
鈴を鳴らしません
Παρελθόν (απλό)
鈴を鳴らした
Παρελθόν (ευγενικό)
鈴を鳴らしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
鈴を鳴らさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
鈴を鳴らしませんでした
Τε-μορφή
鈴を鳴らして
Δυνητική
鈴を鳴らせる
Προστακτική
鈴を鳴らせ
Βουλητική
鈴を鳴らそう
Υποθετική (ば)
鈴を鳴らせば