てっついくだ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επιβάλλω αυστηρά μέτρα (π.χ. σε εγκληματικότητα, διαφθορά), καταφέρω συντριπτικό πλήγμα, δίνω το τελειωτικό χτύπημα

Κλίση

Παρόν (απλό)
鉄槌を下す
Παρόν (ευγενικό)
鉄槌を下します
Άρνηση (απλή)
鉄槌を下さない
Άρνηση (ευγενική)
鉄槌を下しません
Παρελθόν (απλό)
鉄槌を下した
Παρελθόν (ευγενικό)
鉄槌を下しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
鉄槌を下さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
鉄槌を下しませんでした
Τε-μορφή
鉄槌を下して
Δυνητική
鉄槌を下せる
Προστακτική
鉄槌を下せ
Βουλητική
鉄槌を下そう
Υποθετική (ば)
鉄槌を下せば