はちわせる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συγκρούομαι μετωπικά, προσκρούω κεφάλι με κεφάλι
  2. 02 συναντώ τυχαία, πέφτω πάνω σε κάποιον

Κλίση

Παρόν (απλό)
鉢合わせる
Παρόν (ευγενικό)
鉢合わせます
Άρνηση (απλή)
鉢合わせない
Άρνηση (ευγενική)
鉢合わせません
Παρελθόν (απλό)
鉢合わせた
Παρελθόν (ευγενικό)
鉢合わせました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
鉢合わせなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
鉢合わせませんでした
Τε-μορφή
鉢合わせて
Δυνητική
鉢合わせられる
Προστακτική
鉢合わせろ
Βουλητική
鉢合わせよう
Υποθετική (ば)
鉢合わせれば