こう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μεταλλοφόρος εναπόθεση, ορυκτοποίηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
鉱化する
Παρόν (ευγενικό)
鉱化します
Άρνηση (απλή)
鉱化しない
Άρνηση (ευγενική)
鉱化しません
Παρελθόν (απλό)
鉱化した
Παρελθόν (ευγενικό)
鉱化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
鉱化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
鉱化しませんでした
Τε-μορφή
鉱化して
Δυνητική
鉱化できる
Προστακτική
鉱化しろ
Βουλητική
鉱化しよう
Υποθετική (ば)
鉱化すれば