Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
鉱質コルチコイド
鉱
鉱
こう
質
しつ
コルチコイド
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
αλατοκορτικοειδές, μεταλλοκορτικοειδές