ぎんめっき

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ασημένια επικάλυψη, επιάργυρωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
銀めっきする
Παρόν (ευγενικό)
銀めっきします
Άρνηση (απλή)
銀めっきしない
Άρνηση (ευγενική)
銀めっきしません
Παρελθόν (απλό)
銀めっきした
Παρελθόν (ευγενικό)
銀めっきしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
銀めっきしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
銀めっきしませんでした
Τε-μορφή
銀めっきして
Δυνητική
銀めっきできる
Προστακτική
銀めっきしろ
Βουλητική
銀めっきしよう
Υποθετική (ば)
銀めっきすれば