銃つつ

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: じゅう

  1. 01 αρχαϊκό όπλο, πυροβόλο όπλο, όπλο με μακριά κάννη (π.χ. μουσκέτο, τουφέκι κ.λπ.)

Παραδείγματα

  • これは銃つつです。

    Αυτό είναι ένα όπλο.

  • 古ふるい時代じだいには、銃つつは戦いくさで使つかわれました。

    Στους παλιούς καιρούς, τα όπλα χρησιμοποιούνταν στον πόλεμο.

  • 昔むかしの鉄砲隊てっぽうたいが使用しようしていた銃つつは、現代げんだいのものとは比くらべものにならないほど扱あつかいが難むずかしかったと聞ききます。

    Ακούγεται ότι τα όπλα που χρησιμοποιούσαν οι παλιοί τυφεκιοφόροι ήταν απείρως πιο δύσκολα στη χρήση από τα σημερινά.