ぜにれる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αξίζω τα χρήματα που κοστίζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
銭の取れる
Παρόν (ευγενικό)
銭の取れます
Άρνηση (απλή)
銭の取れない
Άρνηση (ευγενική)
銭の取れません
Παρελθόν (απλό)
銭の取れた
Παρελθόν (ευγενικό)
銭の取れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
銭の取れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
銭の取れませんでした
Τε-μορφή
銭の取れて
Δυνητική
銭の取れられる
Προστακτική
銭の取れろ
Βουλητική
銭の取れよう
Υποθετική (ば)
銭の取れれば