ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 οργώνω, σκάβω, καλλιεργώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
鋤く
Παρόν (ευγενικό)
鋤きます
Άρνηση (απλή)
鋤かない
Άρνηση (ευγενική)
鋤きません
Παρελθόν (απλό)
鋤いた
Παρελθόν (ευγενικό)
鋤きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
鋤かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
鋤きませんでした
Τε-μορφή
鋤いて
Δυνητική
鋤ける
Προστακτική
鋤け
Βουλητική
鋤こう
Υποθετική (ば)
鋤けば