ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χωνεύω σε καλούπι

Κλίση

Παρόν (απλό)
鋳込む
Παρόν (ευγενικό)
鋳込みます
Άρνηση (απλή)
鋳込まない
Άρνηση (ευγενική)
鋳込みません
Παρελθόν (απλό)
鋳込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
鋳込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
鋳込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
鋳込みませんでした
Τε-μορφή
鋳込んで
Δυνητική
鋳込める
Προστακτική
鋳込め
Βουλητική
鋳込もう
Υποθετική (ば)
鋳込めば